Για πολλά χρόνια, η αναπηρία παρουσιαζόταν μέσα από ιατρικούς όρους και ελλείμματα. Λέξεις και εκφράσεις που εστίαζαν σε αυτό που «λείπει» ή «δεν μπορεί να κάνει» ένα άτομο, συχνά επισκίαζαν την προσωπικότητά του, τις επιθυμίες και τις δυνατότητές του. Η γλώσσα αποτελεί «εργαλείο» έκφρασης και επικοινωνίας με αρνητικές και θετικές διαστάσεις: η γλώσσα μπορεί να αναδείξει και να ενδυναμώσει, μπορεί όμως και να αποκλείσει ή να στιγματίσει άτομα και ομάδες. Επιπλέον, η γλώσσα καθρεφτίζει αντιλήψεις, αλλά έχει και την δύναμη να τις συνδιαμορφώνει ή να τις επηρεάζει.
Η συμπεριληπτική γλώσσα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος σεβασμού, αποδοχής και ισότιμης συμμετοχής, μέσα στο οποίο προάγεται η διαφορετικότητα. Η συμπεριληπτική γλώσσα δεν χρησιμοποιεί εκφράσεις ή λέξεις που αποκλείουν ομάδες ή άτομα σε σχέση με εγγενή χαρακτηριστικά τους (φύλο, αναπηρία, φυλή, εθνική ή εθνοτική καταγωγή, σεξουαλικός προσανατολισμός), δεν στιγματίζει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και δεν τα προβάλει, όπου δεν είναι απαραίτητο. Με λίγα λόγια, εστιάζει στο άτομο και όχι στα χαρακτηριστικά του.
Επιπλέον, ένας σημαντικός στόχος της συμπεριληπτικής γλώσσας είναι η αποφυγή των ευφημισμών. Πιο συγκεκριμένα, οι ευφημισμοί στην αναπηρία είναι λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν όρους που θεωρούνται σκληροί, προσβλητικοί ή στιγματιστικοί. Μπορεί συχνά να
πηγάζουν από την επιθυμία να δείξουμε ευγένεια, η σημασία τους όμως είναι συχνά αμφιλεγόμενη, καθώς πολλοί άνθρωποι με αναπηρίες προτιμούν την άμεση και ακριβή ορολογία. Όροι όπως «άτομα με ειδικές ανάγκες», «ειδικές δεξιότητες» ή «ειδικές ικανότητες» αποτελούν παράδειγμα ευφημισμών που ακούγονται σχεδόν καθημερινά. Η λέξη «ειδικές» ενδέχεται να υποδηλώνει απομόνωση ή μειονεξία, γεγονός που απομακρύνει από τον απώτερο στόχο της συμπερίληψης.
Στο Κέντρο μας, η χρήση της συμπεριληπτικής γλώσσας αποτελεί συνειδητή επιλογή και αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής επαγγελματικής πρακτικής. Το διεπιστημονικό προσωπικό του Κέντρου προσεγγίζει κάθε άτομο με σεβασμό στην προσωπικότητά του, αναγνωρίζοντας τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις δυνατότητές του, χωρίς στερεότυπα ή στιγματιστικές αναφορές. Μέσα από τον λόγο, τη στάση και τις παρεμβάσεις μας, επιδιώκουμε να ενδυναμώνουμε τα άτομα που υποστηρίζουμε, να προάγουμε την αυτονομία τους και να καλλιεργούμε ένα περιβάλλον αποδοχής και ισότιμης συμμετοχής.
Η γλώσσα που επιλέγουμε αντανακλά τις αξίες μας και συμβάλλει ενεργά στη δημιουργία μιας κουλτούρας συμπερίληψης, όπου κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζεται πρώτα και κύρια ως άτομο και όχι μέσα από τα χαρακτηριστικά ή τις δυσκολίες του.
Βιβλιογραφία
Μουσμούτη, Μ., & Γιαννόγλου, Β. (2022). Γλώσσα και αναπηρία : Το
παράδειγμα της ψυχικής υγείας (Π. Φίτσιου & Α. Μπούιας, Επιμ.). Σβήνουμε
το Στίγμα.